Free Web Hosting Provider - Web Hosting - E-commerce - High Speed Internet - Free Web Page
Search the Web

                                                                                                                 

greek flagΤΑ ΦΟΡΤΗΓΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣgreek flag

 ΤΑ ΦΟΡΤΗΓΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ιστορίες και αναμνήσεις από μια εποχή και μια μικρή
κοινωνία της επαρχίας –περιοχής Γαργαλιάνων
συγκεκριμένα- συνθέτουν το υλικό του βιβλίου
 του
Δημήτρη Κουκουλά
Για επικοινωνία με τον συγγραφέα  
 e-mail: laskoukou@yahoo.gr   
ή στα τηλέφωνα: 210.9714841 & 6978228351.


   

GARGALIANI MESSINIAS

 
 
 
   

Περίληψη

  Ιστορίες και αναμνήσεις από μια εποχή και μια μικρή κοινωνία  της επαρχίας –περιοχής Γαργαλιάνων συγκεκριμένα- συνθέτουν το υλικό  του βιβλίου του Δημήτρη Κουκουλά: «Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες». Βασικό του πλαίσιο η δεκαετία ’55-’65, ενώ δεν λείπουν και κάποια άλματα μέσα στο χρόνο. Μέσα από τις τρεις ενότητες του βιβλίο:
1) Τα φορτηγά, 2) Τα θεάματα και 3)Τα μπάνια, ζωντανεύει μια εποχή, με τους ανθρώπους της και τους καϋμούς τους, που ήδη έφυγε ανεπιστρεπτί. Ερωτικά ξυπνήματα, οι καημοί της αγροτιάς και η μετανάστευση. Γάμοι, βαφτίσια και προξενιά, ποδόσφαιρο, χαρτοπαιξίες,γλέντια και πανηγύρια.  Εκλογικές αναμετρήσεις,πολιτικά πάθη και τσακωμοί, καφενείο, εφημερίδες και συζητήσεις.
«Σινεμάς», Καραγκιόζης, παλαιστές και φακίρηδες.



 

 
 

 

 
Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Από τα Φορτηγά:  Κεφ. 9

 
   

            Με φορτηγό πηγαίναμε και τα σταφίδα στον Μάραθο.
           Την παραδίναμε στις αποθήκες του ΑΣΟ από όπου, την έπαιρναν
           μετά τα καΐκια να  την
           πάνε στο   Αίγιο και στην Πάτρα, στα μεγάλα συσκευαστήρια, που την έπλεναν,
           την καθάριζαν και την ετοίμαζαν για εξαγωγή.

                   Φόρτωνε το αμάξι από το απόγιομα, γυρνώντας από αλώνι σε αλώνι.
           Έβαζε πολλούς παραγωγούς μαζί για να μπορούν να αντεπεξέλθουν
            στα κόμιστρα, ενώ οι γυναίκες σημάδευαν
           τα σακιά με πολύχρωμες κλωστές για να  ξεχωρίζει ο καθένας τα δικά του.
           Και μια φορά που η συγκομιδή ήτανε πρώιμη και δεν είχε
           αρχίσει ακόμη το γυμνάσιο, ανεβήκαμε μερικοί στο κασόνι, μιας και ο κάθε
          παραγωγός μπορούσε να πάρει μαζί του και από ένα δυο παιδιά.

               Ξεκίνησε το φορτηγό με το σούρουπο και απολαμβάναμε
           μια   μοναδική     «καβαλικάδα».
          Τώρα ήταν το στοιχείο του ύψους που της πρόσθετε γοητεία.
          Καθισμένοι πάνω στα σακιά, πιο ψηλά και από τα παραπέτια, βλέπαμε γύρω μας
          τα τοπία πανοραμικά. Μας φαινόταν ότι ήμασταν σε αεροπλάνο!
          Μια αίσθηση που ενισχύθηκε μόλις περάσαμε του Γαργαλιάνους
          και ανοίχτηκε κάτω χαμηλά ο κάμπος με τον ελαιώνα.
          Στο βάθος ο Μάραθος, η θάλασσα και το νησί της Πρώτης σαν μια
          τεράστια σαύρα τυλιγμένη μέσα στη βαθιά κοκκινιά του ηλιοβασιλέματος.

             Σταματήσαμε δίπλα στην αποβάθρα με τις ψαρόβαρκες, μπροστά
          σε ένα μεγάλο πέτρινο κτίριο με την επιγραφή:
          «Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός».
         Ήτανε και άλλοι εκεί με κάρα και με φορτηγά. Είδαμε και ένα τρακτέρ με ρυμούλκα.
         Ξεφόρτωναν όλοι και έβαζαν τα σακιά σε ντάνες κατά παραγωγό.
         Μέσα σε μεγάλο, βέβαια, εκνευρισμό και σε μια θύελλα από βρισιές,
         καρπαζιές, και βλαστήμιες, με μόνιμους αποδέκτες εμάς τα παιδιά.

               Όταν έπεσε το σκοτάδι και η ψύχρα, έπεσε και ησυχία.
          Ακούγονταν μόνο οι συζητήσεις από τις παρέες και ο απαλός
          παφλασμός της θάλασσας κάτω από τα βράχια, ενώ εμείς,
          με άνωθεν εντολή, προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, εκεί
          στη ρίζα της ντάνας, σκεπασμένοι με το σταφιδόπανο που
          ρίχναμε πάνω στη σταφίδα για να την προφυλάξουμε από
          εκείνη την πηχτή δροσιά που βγάζει τις νύχτες το Ιόνιο.
          Είχα για στρώμα ένα άδεια σακί, αλλά ύπνος δε μ’ έπιανε.
          Τραβούσα κάθε τόσο την άκρη του πανιού και χάζευα τα
          γρήγορα σύννεφα της δροσιάς, που με δυσκολία αφήνανε
          να φανεί που και που κάποιο αστέρι. Έβλεπα τους σκοτεινούς
          όγκους από τις διπλανές ντάνες και λίγο πιο κάτω διέκρινα τις
          αχνές φιγούρες κάποιας ομήγυρης. Ήταν ακουμπισμένοι πάνω
          στα σακιά και συζητούσαν για την πολύ χαμηλή «τιμή ασφαλείας»
          που είχε ορίσει η κυβέρνηση. Ανακεφαλαίωναν όλους τους κόπους
          και τα βάσανα της χρονιάς. Πρόσθεταν, αφαιρούσαν και όπως συμπέραινε κάποιος:
         «Στο τέλος μας μένει η σαρωματίνα». Κατέληγαν δε στην κοινή διαπίστωση
          ότι είναι καλύτερο να τις κόψουν. «Θα την πλακώσω με το τσεκούρι
          και δε θ’ αφήσω ούτε ένα κούρβουλο», έλεγε ένας άλλος.
         Ενώ επίσης ήτανε μέσα τους η πεποίθηση ότι τίποτα τέτοιο δε θα γινόταν
         και ότι πάλι εδώ του χρόνου, πάλι τα ίδια θα λέγανε.

              Δεν ήταν όμως μόνο η τιμή. Ήτανε και ο φόβος μη τυχόν αύριο ο
          Υπάλληλος «κόψει τη σταφίδα»! Κρίνει δηλαδή τον καρπό ακατάλληλο
          για παραλαβή με όλες τις γνωστές συνέπειες. Ένας φόβος που όλες
          αυτές τις ημέρες έτρωγε τα σωθικά και ήταν το κύριο θέμα συζήτησης
          μέσα στα σπίτια, ενώ δημόσια απέφευγαν οποιαδήποτε νύξη.
          Φοβόντουσαν μην κινήσουν τάχατες υποψίες για την ποιότητα
          του καρπού, που μπορεί να έφταναν και μέχρι τα αυτιά του Υπαλλήλου.

                 Για το πώς μπορούσε να γίνει αυτό το «κόψιμο» ήταν κάτι που το
          είχαμε μάθει πολύ καλά. Πριν από το ζύγισμα διέταζε ο Υπάλληλος
          ν’ ανοίξουν κάποιο σακί. Γιόμιζε τότε τη διπλόχουφτα και την έσφιγγε.
          Άνοιγε μετά τα δάχτυλα και παρατηρούσε, ενώ δίπλα του ο εξεταζόμενος
          κόντευε να καταρρεύσει από την αγωνία. Έβγαινε η απόφαση:
         «Ζυγίστε» που σήμαινε ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης, ή «Παρ’ την»
          που σήμαινε «Κακό που πάθαμε»! Ένα κακό που το μέγεθος του
          εποίκιλλε ανάλογα με την αιτιολογία που συνόδευε τη φοβερή εκείνη προστακτική.

               Το «έχει χοντράδια» ήταν η ελαφρότερη ποινή μιας και το
          κοσκίνιμα μπορούσε να γίνει επί τόπου πάνω στο απλωμένο σταφιδόπανο.
          Όπως και επί τόπου μπορούσε να εκτελεστεί η ποινή του «έχει κόρτσαλα»,
          που σήμαινε νέο λίχνισμα της σταφίδας. Έπρεπε δηλαδή να ριχτεί από ψηλά
          λίγη-λίγη με τον τενεκέ, ώστε ο αέρας να απομακρύνει τα υπάρχοντα κόρτσαλα,
          τους ξερούς μίσχους του σταφυλιού, κάτι που ήθελε βέβαια και τύχη, γιατί έπρεπε
          να φυσάει. Αλλιώς, θα στρατοπέδευαν οι άνθρωποι εκεί για να αγναντεύουν τη
          θάλασσα μήπως και έρθει ο μαΐστρος από τη μεριά της Ιταλίας.

                Το «είναι μαλακή» έκοβε τα ήπατα, γιατί έπρεπε να πάει η σταφίδα πάλι
          στο αλώνι για λιάσιμο, κάτι που σήμαινε τριπλάσια μεταφορικά.
          Να πάει δηλαδή η σταφίδα στο χωριό και να ξανάρθει.
          Χώρια τα σκεπάσματα και ξεσκεπάσματα.
         Ή εκείνα τα τρεχοβολητά με τα μπουμπουνίσματα μέσα στη νύχτα.
         Να αστράφτει ο ορίζοντας και να τρέχουμε προς τα αλώνια αγουροξυπνημένοι,
         με τα λαδοφάναρα στα χέρια, με φωνές, με βρισιές
         και με βλαστήμιες από τους άντρες και πολλές καρπαζιές
         σε εμάς τα μικρά, που όλο σκοντάφταμε και πέφταμε, γιατί
         τη μια στιγμή έλαμπε ο τόπος από την αστραπή και την άλλη
         μας τύλιγε το μαύρο σκοτάδι.

                   Το «είναι βρεγμένη» ήταν η εσχάτη των ποινών.
          Κρινόταν η σταφίδα ακατάλληλη για εξαγωγή και έπρεπε
          να πάρει το δρόμο της βιομηχανοποίησης με μια εξευτελιστική
          τιμή, πράγμα που θα επέφερε ένα πολύ βαρύ πλήγμα στην
          εύθραυστη ήδη οικογενειακή οικονομία. Θα κοβόταν η
          πίστωση του μπακάλη. Θα άρχιζαν να τρέχουν με καλπασμό
          οι υπερημερίες της Αγροτικής. Θα εμφανιζόταν ο χωροφύλακας!

                      Και για να χαρακτηριστεί «βρεγμένη» δεν ήταν απαραίτητο
          να είναι όλη η σταφίδα έτσι. Αρκούσαν μόνο κάποια σπυριά να
          πέσουν στο δείγμα. Κάτι που όταν είχαμε βροχές ήταν πολύ εύκολο.
          Τα σταφιδόπανα ήταν πανάκριβα και κάποια αλώνια τα σκεπάζαμε
          με κουβέρτες και μπαντανίες. Άσε που και στα σκεπασμένα με πανιά
          έμπαινε από το πλάι το ανεμόβροχο.

                 Οι αποφάσεις αυτές του Υπαλλήλου ήτανε φυσικά τελεσίδικες.
          Έκλαιγε, παρακάλαγε ο παραγωγός, έδειχνε κάποιο παιδί τονίζοντας
          πόσα άλλα έχει να θρέψει, αλλά η απάντηση ήτανε πάντα η ίδια:
          «Τι να σου κάνω εγώ; Θέλεις να χάσω τη θέση μου;».

                     Το πρωί, με το φως της ημέρας, είδαμε τα πράγματα καλύτερα.
          Όλος ο χώρος μπροστά από τις αποθήκες είχε καλυφτεί με ντάνες από σακιά.
           Γυρίζαμε ανάμεσα τους και τα περιεργαζόμασταν. Ο όγκος της κάθε μιας έδειχνε
           και την οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη. Πολλές φορές μάλιστα συμφωνούσε
           και με το παρουσιαστικό του. Οι πιο πολλές κυμαίνονταν
           από δέκα έως είκοσι σακιά
           και δίπλα τους έστεκε κάποις λιπόσαρκος αγρότης.
           Είδαμε και μερικές πολύ μεγάλες
           που μας δυσκόλεψαν στο μέτρημα. Πρέπει να είχανε πάνω από εξήντα σακιά.
          Ήτανε οι σταφίδες των μεγολονοικοκυραίων, που ευτραφείς και καλοζωϊσμένοι
           έστεκαν δίπλα τους με καμάρι.
           Δεν έδειχναν να έχουν κάποιο φόβο για τον Υπάλληλο.
           Ίσως να συνέβαινε και το αντίθετο. Οι πιο πολλοί από αυτούς ήτανε κομματάρχες.

                         Κάποια στιγμή ήρθαν και οι εργάτες του σωματείου που
            θα κουβάλαγαν τα τσουβάλια.
           Εμφανίστηκε και ο Υπάλληλος με τα κλειδιά και οι συζητήσεις σταμάτησαν.
           Όλα τα μάτια γύρισαν πάνω του με πιο περίεργα τα δικά μας.
           Βλέπαμε επιτέλους από κοντά το σύμβολο του τρόμου που ταυτόχρονα
           το είχαν και σαν πρότυπο επιτυχίας για μας, οι δικοί μας:
          «Άνοιξε τα μάτια σου και διάβασε μήπως γίνεις κανάς υπάλληλος
           και γλιτώσεις την αξίνα» - ήταν η μόνιμη συμβουλή που μας έδιναν.

                      Ήταν καλοντυμένος και τελείως διαφορετικός από τους πατεράδες μας.
           Είχε αφράτη επιδερμίδα και τσιτωμένα μάγουλα. Πλησίασε και με αργές,
           σίγουρες  κινήσεις ξεκλείδωσε το χοντρό λουκέτο.
           Άνοιξε τη φαρδιά πόρτα και άφησε τα χαρτιά του πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι.
           Είπε στους εργάτες να ελέγξουν την πλάστιγγα και τα πέζα.
           Σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του και βγάζοντας από
          την τσέπη του ένα καλοσιδερωμένο μαντήλι, το τοποθέτησε
           ανάμεσα στο χοντρό του σβέρκο και το γιακά. Συνοδευόμενος
           μετά από δυο εργάτες, πήγε και στάθηκε στη πρώτη ντάνα.
           Σήκωσε το χέρι, έδειξε με το δάχτυλο ένα σακί και με
          βλοσυρό ύφος έδωσε την εντολή: «Ανοίχτε το!».
 

  Από Τα  θεάματα: Κεφάλαιο 11
 

 

                    Μας άρεσαν ιδιαίτερα τα έργα με Ινδιάνους.
              Εκτός από την  εντυπωσιακή εμφάνιση
           με τα φτερά και τα χαϊμαλιά, τα βαμμένα
           πρόσωπα, τα τόξα και τα τσεκούρια,
           μας πρόσφεραν ξεχωριστές συγκινήσεις. Ιδίως σε εκείνες τις σκηνές
          που κρυμμένοι πίσω από τους θάμνους, παρακολουθούν κάτω
          στο φαράγγι την πομπή των λευκών και εμείς να περιμένουμε
          να ακουστεί από στιγμή σε στιγμή ένα κράξιμο
          πουλιού, η κραυγή κάποιου ζώου,
          να δούμε το βέλος να καρφώνεται στην πλάτη του λευκού, όχι βέβαια
          του πρωταγωνιστή, και να αρχίζει η μάχη.
          Κραυγές ουρλιαχτά, οχλοβοή,
          ποδοβολητά, χλιμιντρίσματα, τσεκούρια, βέλη,
          πυροβολισμοί και οι λευκοί θριαμβεύουν.

               Δεν ήμασταν βέβαια με τους Ινδιάνους αφού ήτανε οι «κακοί».
          Καταλαβαίναμε όμως κάποια ανισότητα ως προς τα όπλα. Ήτανε
          δε και ένας ηθοποιός, ο Χένρι Σίλβα, που έπαιζε ρόλους Ινδιάνων
          και μας εντυπωσίαζε με το αυστηρό και βλοσυρό ύφος του.
          Κάποια στιγμή, μάλιστα, μάθαμε από τα καλλιτεχνικά κάποιας
          εφημερίδας ότι ήτανε πραγματικός Ινδιάνος και ξαφνιαστήκαμε.
          Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπήρχαν ακόμα Ινδιάνοι,
           μετά από τόσο ξεκλήρισμα που είχαμε δει στην οθόνη.

                        Ο Τζίμης του Φύλακα, μάλιστα, πήγε αργότερα στον Καναδά
           και τους βρήκε. Κυνηγούσανε μαζί ελάφια, μέσα στα άγρια δάση
           της Μανιτόμπα. Μπορεί κιόλας, εκεί που κάθονταν
           γύρω από τη φωτιά,
           να τους έλεγε πόσο μας εντυπωσίαζαν στο σινεμά
           και βάζοντας και λίγα
           ψεματάκια να τους έλεγε πως τάχατες ήμασταν μαζί
           τους και όχι με τους λευκούς.

                       Έγιναν πάντως φίλοι και αντάλλασσαν δώρα, και σ
             την κηδεία του,τον Φλεβάρη του ’96, κατέβηκαν
            στο παγωμένο Γουίνιπεκ να τον ξεπροβοδίσουν.
           Μπήκαν στην εκκλησία στολισμένοι, όπως στο σινεμά, με τα χαϊμαλιά
           και τα ωραία φτερά τους. Αναπτύχθηκαν σε σχήμα V με τον γηραιό
           αρχηγό στην κορυφή κάτω από την Ωραία Πύλη και τις δυο πλευρές
           να περιβάλουν το φέρετρο και τους συγγενείς.

                   Μετά το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν»,
             ο παπά Δημήτρης που ήξερε, έκανε
            νεύμα στον αρχηγό και ανέβηκε ο γερο-Ινδιάνος στο Ιερό Βήμα.
           Τράβηξε από πάνω του ένα μεγάλο φτερό. Το κούνησε κυκλικά στον
           αέρα και είπε κάποια παράξενα λόγια. Πλησίασε μετά το φέρετρο και
           απόθεσε απαλά απαλά το φτερό μέσα στα
           δεμένα με την άσπρη κορδέλα,
           κρύα χέρια του Τζίμη, ενώ οι δικοί του
          επεναλάμβαναν τα ίδια παράξενα λόγια,
           χτυπώντας ρυθμικά τα πόδια στο δάπεδο.
          Αποχαιρετούσαν με τον τρόπο τους
           έναν καλό φίλο. Έναν φίλο που τριάντα
          τόσα χρόνια πριν, όχι στο Φαρ Ουέστ,
           αλλά στις αλάνες των παιδικών μας παιχνιδιών,
          ήταν και αυτός όπως όλοι μας, ένας μικρός Ινδιάνος. 

back

   
 

 

 
 

 webmaster@gargaliani

[ Gargaliani ] [Hotels] [Marathopolis][General info][Beach] [Foot Ball] [Photo Gallery]
[Tellos Agras][OTE] [Pan-Messenian Federation of -U.S.A & CANADA]
[MAP MESSINIA] [MAP PELOPONNES]
Copyright (c) 1997,98,99 by [ Giorgos - Papachristofilou]
All rights reserved.