|
Με φορτηγό
πηγαίναμε και τα σταφίδα στον Μάραθο.
Την παραδίναμε στις αποθήκες του ΑΣΟ από όπου, την έπαιρναν
μετά τα καΐκια να
την
πάνε στο Αίγιο και στην Πάτρα, στα μεγάλα συσκευαστήρια, που την
έπλεναν,
την καθάριζαν και την ετοίμαζαν για εξαγωγή.
Φόρτωνε το αμάξι από το απόγιομα, γυρνώντας από αλώνι σε αλώνι.
Έβαζε πολλούς παραγωγούς μαζί για να μπορούν να αντεπεξέλθουν
στα κόμιστρα, ενώ οι γυναίκες σημάδευαν
τα σακιά με πολύχρωμες κλωστές για να ξεχωρίζει ο καθένας τα δικά του.
Και μια φορά που η συγκομιδή ήτανε πρώιμη και δεν
είχε
αρχίσει ακόμη το γυμνάσιο, ανεβήκαμε μερικοί στο κασόνι, μιας και ο κάθε
παραγωγός μπορούσε να πάρει μαζί του και από ένα δυο παιδιά.
Ξεκίνησε
το φορτηγό με το σούρουπο και απολαμβάναμε
μια μοναδική «καβαλικάδα».
Τώρα ήταν το στοιχείο του ύψους που της πρόσθετε γοητεία.
Καθισμένοι πάνω στα σακιά, πιο ψηλά και από τα παραπέτια, βλέπαμε γύρω μας
τα τοπία πανοραμικά. Μας φαινόταν ότι ήμασταν σε αεροπλάνο!
Μια αίσθηση που ενισχύθηκε μόλις περάσαμε του Γαργαλιάνους
και ανοίχτηκε κάτω χαμηλά ο κάμπος με τον ελαιώνα.
Στο βάθος ο Μάραθος, η θάλασσα και το νησί της Πρώτης σαν μια
τεράστια σαύρα τυλιγμένη μέσα στη βαθιά κοκκινιά του ηλιοβασιλέματος.
Σταματήσαμε δίπλα στην αποβάθρα με τις ψαρόβαρκες, μπροστά
σε ένα μεγάλο πέτρινο κτίριο με την επιγραφή:
«Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός».
Ήτανε και άλλοι εκεί με κάρα και με φορτηγά. Είδαμε και ένα τρακτέρ με ρυμούλκα.
Ξεφόρτωναν όλοι και έβαζαν τα σακιά σε ντάνες κατά παραγωγό.
Μέσα σε μεγάλο, βέβαια, εκνευρισμό και σε μια θύελλα από βρισιές,
καρπαζιές, και βλαστήμιες, με μόνιμους αποδέκτες εμάς τα παιδιά.
Όταν
έπεσε το σκοτάδι και η ψύχρα, έπεσε και ησυχία.
Ακούγονταν μόνο οι συζητήσεις από τις παρέες και ο απαλός
παφλασμός της θάλασσας κάτω από τα βράχια, ενώ εμείς,
με άνωθεν εντολή, προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, εκεί
στη ρίζα της ντάνας, σκεπασμένοι με το σταφιδόπανο που
ρίχναμε πάνω στη σταφίδα για να την προφυλάξουμε από
εκείνη την πηχτή δροσιά που βγάζει τις νύχτες το Ιόνιο.
Είχα για στρώμα ένα άδεια σακί, αλλά ύπνος δε μ’ έπιανε.
Τραβούσα κάθε τόσο την άκρη του πανιού και χάζευα τα
γρήγορα σύννεφα της δροσιάς, που με δυσκολία αφήνανε
να φανεί που και που κάποιο αστέρι. Έβλεπα τους σκοτεινούς
όγκους από τις διπλανές ντάνες και λίγο πιο κάτω διέκρινα τις
αχνές φιγούρες κάποιας ομήγυρης. Ήταν ακουμπισμένοι πάνω
στα σακιά και συζητούσαν για την πολύ χαμηλή «τιμή ασφαλείας»
που είχε ορίσει η κυβέρνηση. Ανακεφαλαίωναν όλους τους κόπους
και τα βάσανα της χρονιάς. Πρόσθεταν, αφαιρούσαν και όπως συμπέραινε
κάποιος:
«Στο τέλος μας μένει η σαρωματίνα». Κατέληγαν δε στην κοινή διαπίστωση
ότι είναι καλύτερο να τις κόψουν. «Θα την πλακώσω με το τσεκούρι
και δε θ’ αφήσω ούτε ένα κούρβουλο», έλεγε ένας άλλος.
Ενώ επίσης ήτανε μέσα τους η πεποίθηση ότι τίποτα τέτοιο δε θα γινόταν
και ότι
πάλι εδώ του χρόνου, πάλι τα ίδια θα λέγανε.
Δεν
ήταν όμως μόνο η τιμή. Ήτανε και ο φόβος μη τυχόν αύριο ο
Υπάλληλος «κόψει τη σταφίδα»! Κρίνει δηλαδή τον καρπό ακατάλληλο
για παραλαβή με όλες τις γνωστές συνέπειες. Ένας φόβος που όλες
αυτές τις ημέρες έτρωγε τα σωθικά και ήταν το κύριο θέμα συζήτησης
μέσα στα σπίτια, ενώ δημόσια απέφευγαν οποιαδήποτε νύξη.
Φοβόντουσαν μην κινήσουν τάχατες υποψίες για την ποιότητα
του καρπού, που μπορεί να έφταναν και μέχρι τα αυτιά του Υπαλλήλου.
Για
το πώς μπορούσε να γίνει αυτό το «κόψιμο» ήταν κάτι που το
είχαμε μάθει πολύ καλά. Πριν από το ζύγισμα διέταζε ο Υπάλληλος
ν’ ανοίξουν κάποιο σακί. Γιόμιζε τότε τη διπλόχουφτα και την έσφιγγε.
Άνοιγε μετά τα δάχτυλα και παρατηρούσε, ενώ δίπλα του ο εξεταζόμενος
κόντευε να καταρρεύσει από την αγωνία. Έβγαινε η απόφαση:
«Ζυγίστε» που σήμαινε ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης, ή «Παρ’ την»
που σήμαινε «Κακό που πάθαμε»! Ένα κακό που το μέγεθος του
εποίκιλλε ανάλογα με την αιτιολογία που συνόδευε τη φοβερή εκείνη προστακτική.
Το
«έχει χοντράδια» ήταν η ελαφρότερη ποινή μιας και το
κοσκίνιμα μπορούσε να γίνει επί τόπου πάνω στο απλωμένο σταφιδόπανο.
Όπως και επί τόπου μπορούσε να εκτελεστεί η ποινή του «έχει κόρτσαλα»,
που σήμαινε νέο λίχνισμα της σταφίδας. Έπρεπε δηλαδή να ριχτεί από ψηλά
λίγη-λίγη με τον τενεκέ, ώστε ο αέρας να απομακρύνει τα υπάρχοντα κόρτσαλα,
τους ξερούς μίσχους του σταφυλιού, κάτι που ήθελε βέβαια και τύχη, γιατί
έπρεπε
να φυσάει. Αλλιώς, θα στρατοπέδευαν οι άνθρωποι εκεί για να αγναντεύουν τη
θάλασσα μήπως και έρθει ο μαΐστρος από τη μεριά της Ιταλίας.
Το
«είναι μαλακή» έκοβε τα ήπατα, γιατί έπρεπε να πάει η σταφίδα πάλι
στο αλώνι για λιάσιμο, κάτι που σήμαινε τριπλάσια μεταφορικά.
Να πάει δηλαδή η σταφίδα στο χωριό και να ξανάρθει.
Χώρια τα σκεπάσματα και ξεσκεπάσματα.
Ή εκείνα τα τρεχοβολητά με τα μπουμπουνίσματα μέσα στη νύχτα.
Να αστράφτει ο ορίζοντας και να τρέχουμε προς τα αλώνια αγουροξυπνημένοι,
με τα λαδοφάναρα στα χέρια, με φωνές, με βρισιές
και με βλαστήμιες από τους άντρες και πολλές καρπαζιές
σε εμάς τα μικρά, που όλο σκοντάφταμε και πέφταμε, γιατί
τη μια στιγμή έλαμπε ο τόπος από την αστραπή και την άλλη
μας τύλιγε το μαύρο
σκοτάδι.
Το
«είναι βρεγμένη» ήταν η εσχάτη των ποινών.
Κρινόταν η σταφίδα ακατάλληλη για εξαγωγή και έπρεπε
να πάρει το δρόμο της βιομηχανοποίησης με μια εξευτελιστική
τιμή, πράγμα που θα επέφερε ένα πολύ βαρύ πλήγμα στην
εύθραυστη ήδη οικογενειακή οικονομία. Θα κοβόταν η
πίστωση του μπακάλη. Θα άρχιζαν να τρέχουν με καλπασμό
οι υπερημερίες της Αγροτικής. Θα εμφανιζόταν ο χωροφύλακας!
Και
για να χαρακτηριστεί «βρεγμένη» δεν ήταν απαραίτητο
να είναι όλη η σταφίδα έτσι. Αρκούσαν μόνο κάποια σπυριά να
πέσουν στο δείγμα. Κάτι που όταν είχαμε βροχές ήταν πολύ εύκολο.
Τα σταφιδόπανα ήταν πανάκριβα και κάποια αλώνια τα σκεπάζαμε
με κουβέρτες και μπαντανίες. Άσε που και στα σκεπασμένα με πανιά
έμπαινε από το πλάι το ανεμόβροχο.
Οι
αποφάσεις αυτές του Υπαλλήλου ήτανε φυσικά τελεσίδικες.
Έκλαιγε, παρακάλαγε ο παραγωγός, έδειχνε κάποιο παιδί τονίζοντας
πόσα άλλα έχει να θρέψει, αλλά η απάντηση ήτανε πάντα η ίδια:
«Τι να σου κάνω εγώ; Θέλεις να χάσω τη θέση μου;».
Το
πρωί, με το φως της ημέρας, είδαμε τα πράγματα καλύτερα.
Όλος ο χώρος μπροστά από τις αποθήκες είχε καλυφτεί με ντάνες από σακιά.
Γυρίζαμε ανάμεσα τους και τα περιεργαζόμασταν. Ο όγκος της κάθε μιας έδειχνε
και την οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη. Πολλές φορές μάλιστα
συμφωνούσε
και με το παρουσιαστικό του. Οι πιο πολλές κυμαίνονταν
από δέκα έως είκοσι
σακιά
και δίπλα τους έστεκε κάποις λιπόσαρκος αγρότης.
Είδαμε και μερικές πολύ μεγάλες
που μας δυσκόλεψαν στο μέτρημα. Πρέπει να είχανε πάνω από εξήντα σακιά.
Ήτανε οι σταφίδες των μεγολονοικοκυραίων, που ευτραφείς και καλοζωϊσμένοι
έστεκαν δίπλα τους με καμάρι.
Δεν έδειχναν να έχουν κάποιο φόβο για τον
Υπάλληλο.
Ίσως να συνέβαινε και το αντίθετο. Οι πιο πολλοί από αυτούς ήτανε κομματάρχες.
Κάποια στιγμή ήρθαν και οι εργάτες του σωματείου που
θα κουβάλαγαν τα τσουβάλια.
Εμφανίστηκε και ο Υπάλληλος με τα κλειδιά και οι συζητήσεις σταμάτησαν.
Όλα τα μάτια γύρισαν πάνω του με πιο περίεργα τα δικά μας.
Βλέπαμε επιτέλους από κοντά το σύμβολο του τρόμου που ταυτόχρονα
το είχαν και σαν πρότυπο επιτυχίας για μας, οι δικοί μας:
«Άνοιξε τα μάτια σου και διάβασε μήπως γίνεις κανάς υπάλληλος
και γλιτώσεις την αξίνα» - ήταν η μόνιμη συμβουλή που μας έδιναν.
Ήταν
καλοντυμένος και τελείως διαφορετικός από τους πατεράδες μας.
Είχε αφράτη επιδερμίδα και τσιτωμένα μάγουλα. Πλησίασε και με αργές,
σίγουρες κινήσεις ξεκλείδωσε το χοντρό λουκέτο.
Άνοιξε τη φαρδιά πόρτα και άφησε τα χαρτιά του πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι.
Είπε στους εργάτες να ελέγξουν την πλάστιγγα και τα πέζα.
Σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του και βγάζοντας από
την τσέπη του ένα καλοσιδερωμένο μαντήλι, το τοποθέτησε
ανάμεσα στο χοντρό του σβέρκο και το γιακά. Συνοδευόμενος
μετά από δυο εργάτες, πήγε και στάθηκε στη πρώτη ντάνα.
Σήκωσε το χέρι, έδειξε με το δάχτυλο ένα σακί και με
βλοσυρό ύφος έδωσε την
εντολή: «Ανοίχτε το!».
|